

Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια γυναικολογική πάθηση, κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα. Οι εστίες μπορεί να εντοπίζονται στις ωοθήκες, στις σάλπιγγες, στο περιτόναιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο έντερο ή στην ουροδόχο κύστη. Η παρουσία τους μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή, πόνο, συμφύσεις και ενδομητριωσικές κύστεις.
Τα συμπτώματα διαφέρουν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα. Ορισμένες παρουσιάζουν έντονο πόνο πριν ή κατά τη διάρκεια της περιόδου, πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή ή ενοχλήσεις από το έντερο και την ουροδόχο κύστη, ενώ άλλες μπορεί να μην έχουν εμφανή συμπτώματα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η ενδομητρίωση εντοπίζεται κατά τη διερεύνηση προβλημάτων γονιμότητας.
Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία, την έκταση της νόσου, την ένταση των συμπτωμάτων και την επιθυμία για εγκυμοσύνη. Η σωστή διάγνωση και η έγκαιρη θεραπευτική καθοδήγηση μπορούν να περιορίσουν τα συμπτώματα και να συμβάλουν στον κατάλληλο σχεδιασμό της γονιμότητας.
Τι είναι η ενδομητρίωση;
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια γυναικολογική πάθηση, κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο, δηλαδή το εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας, αναπτύσσεται σε σημεία έξω από τη μήτρα.
Οι εστίες ενδομητρίωσης εντοπίζονται συχνότερα:
- στις ωοθήκες,
- στις σάλπιγγες,
- στο περιτόναιο,
- πίσω από τη μήτρα,
- στο έντερο,
- στην ουροδόχο κύστη.
Ο ιστός αυτός επηρεάζεται από τις ορμονικές μεταβολές του εμμηνορροϊκού κύκλου και μπορεί να προκαλέσει τοπική φλεγμονή, πόνο, συμφύσεις και σχηματισμό κύστεων στις ωοθήκες. Οι συγκεκριμένες κύστεις ονομάζονται ενδομητριώματα ή σοκολατοειδείς κύστεις, λόγω του σκούρου υγρού που περιέχουν.
Τα ακριβή αίτια εμφάνισης της ενδομητρίωσης δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Πιθανολογείται ότι στην ανάπτυξή της συμμετέχουν ορμονικοί, γενετικοί, ανοσολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η παρουσία της πάθησης σε γυναίκες της ίδιας οικογένειας δείχνει επίσης ότι μπορεί να υπάρχει κληρονομική προδιάθεση.
Η ενδομητρίωση εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Η έκταση της νόσου δεν συμβαδίζει πάντοτε με την ένταση των συμπτωμάτων, καθώς μια γυναίκα με μικρές εστίες μπορεί να παρουσιάζει έντονο πόνο, ενώ μια πιο εκτεταμένη μορφή μπορεί να παραμένει για μεγάλο διάστημα χωρίς εμφανείς ενοχλήσεις.
Ποια είναι τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης;
Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης διαφέρουν σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι έντονα και επηρεάζουν την καθημερινότητα, ενώ σε άλλες η πάθηση μπορεί να παραμένει ασυμπτωματική και να εντοπίζεται τυχαία κατά τη διάρκεια ενός γυναικολογικού ελέγχου ή της διερεύνησης υπογονιμότητας.
Το συχνότερο σύμπτωμα είναι ο έντονος πόνος πριν ή κατά τη διάρκεια της περιόδου. Ο πόνος μπορεί να ξεκινά λίγες ημέρες πριν από την έμμηνο ρύση, να επιμένει κατά τη διάρκειά της και να μην υποχωρεί εύκολα με απλά παυσίπονα.
Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι:
- χρόνιος πόνος χαμηλά στην κοιλιά ή στην περιοχή της λεκάνης,
- πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή,
- έντονη ή παρατεταμένη αιμορραγία κατά την περίοδο,
- πόνος κατά την ούρηση ή την κένωση, ιδιαίτερα τις ημέρες της περιόδου,
- φούσκωμα, δυσκοιλιότητα ή διάρροια,
- κόπωση και αίσθημα εξάντλησης,
- δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης.
Όταν η ενδομητρίωση επηρεάζει το έντερο ή την ουροδόχο κύστη, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα από τα αντίστοιχα όργανα, τα οποία συχνά επιδεινώνονται κατά την περίοδο.
Η ένταση του πόνου δεν αντικατοπτρίζει πάντοτε την έκταση της νόσου. Μια γυναίκα με περιορισμένες εστίες μπορεί να παρουσιάζει σοβαρά συμπτώματα, ενώ μια άλλη με πιο εκτεταμένη ενδομητρίωση μπορεί να έχει ελάχιστες ή καθόλου ενοχλήσεις.
Πώς γίνεται η διάγνωση της ενδομητρίωσης;
Η διάγνωση της ενδομητρίωσης βασίζεται στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων, στο ιατρικό ιστορικό, στη γυναικολογική εξέταση και, όταν χρειάζεται, στις κατάλληλες απεικονιστικές εξετάσεις. Επειδή τα συμπτώματα μπορεί να μοιάζουν με εκείνα άλλων γυναικολογικών ή γαστρεντερικών παθήσεων, είναι σημαντικό να πραγματοποιείται ολοκληρωμένος έλεγχος.
Αρχικά, ο γυναικολόγος καταγράφει τη διάρκεια, τη συχνότητα και την ένταση των ενοχλήσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχουν ο έντονος πόνος κατά την περίοδο, ο χρόνιος πυελικός πόνος, ο πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή και τυχόν δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης.
Το διακολπικό υπερηχογράφημα αποτελεί βασική εξέταση για την αξιολόγηση των ωοθηκών και της πυέλου. Μπορεί να εντοπίσει ενδομητριωσικές κύστεις, γνωστές και ως ενδομητριώματα ή σοκολατοειδείς κύστεις, καθώς και ορισμένες μορφές βαθιάς ενδομητρίωσης.
Ωστόσο, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει απαραίτητα την παρουσία της νόσου, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν μικρές ή επιφανειακές εστίες. Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθεί μαγνητική τομογραφία, προκειμένου να αξιολογηθεί καλύτερα η έκταση της ενδομητρίωσης και η πιθανή συμμετοχή του εντέρου, της ουροδόχου κύστης ή άλλων ανατομικών περιοχών.
Η λαπαροσκόπηση μπορεί να εξεταστεί όταν τα συμπτώματα επιμένουν, όταν τα απεικονιστικά ευρήματα δεν είναι ξεκάθαρα ή όταν υπάρχει ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης. Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική διαδικασία, κατά την οποία εισάγεται ειδική κάμερα στην κοιλιακή χώρα μέσω μικρών τομών.
Κατά τη διάρκεια της λαπαροσκόπησης ο γυναικολόγος μπορεί να εντοπίσει εστίες ενδομητρίωσης, κύστεις και συμφύσεις. Εφόσον έχει προηγηθεί η κατάλληλη ενημέρωση και συγκατάθεση της ασθενούς, μπορεί παράλληλα να πραγματοποιηθεί θεραπευτική αντιμετώπιση των ευρημάτων.
Η λαπαροσκόπηση δεν είναι απαραίτητη για κάθε γυναίκα με πιθανή ενδομητρίωση. Η επιλογή της κατάλληλης διαγνωστικής προσέγγισης γίνεται εξατομικευμένα, ανάλογα με τα συμπτώματα, τα απεικονιστικά ευρήματα, την ηλικία και την επιθυμία για εγκυμοσύνη.
Πώς αντιμετωπίζεται η ενδομητρίωση;
Η αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης εξατομικεύεται, καθώς δεν υπάρχει μία θεραπεία κατάλληλη για όλες τις γυναίκες. Η επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης εξαρτάται από την ένταση των συμπτωμάτων, την ηλικία, τη θέση και την έκταση της νόσου, την ωοθηκική εφεδρεία, καθώς και από το εάν υπάρχει επιθυμία για άμεση ή μελλοντική εγκυμοσύνη.
Στόχος της θεραπείας είναι ο περιορισμός του πόνου και της φλεγμονής, η βελτίωση της καθημερινότητας και, όταν χρειάζεται, η προστασία ή η υποστήριξη της γονιμότητας. Η ενδομητρίωση είναι χρόνια πάθηση και, παρότι οι διαθέσιμες θεραπείες μπορούν να ελέγξουν αποτελεσματικά τα συμπτώματα, δεν υπάρχει σήμερα θεραπεία που να εγγυάται ότι η νόσος δεν θα επανεμφανιστεί.
Φαρμακευτική και ορμονική θεραπεία
Όταν κύριο πρόβλημα είναι ο πόνος, μπορεί αρχικά να χρησιμοποιηθούν αναλγητικά ή μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες του γυναικολόγου.
Η ορμονική θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει αντισυλληπτικά σκευάσματα, προγεσταγόνα ή άλλες θεραπείες που περιορίζουν την ορμονική διέγερση των εστιών της ενδομητρίωσης. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να μειωθεί ο πόνος και να περιοριστεί η δραστηριότητα της νόσου. Η επιλογή του κατάλληλου σκευάσματος γίνεται με βάση τα συμπτώματα, το ιατρικό ιστορικό και τις ανάγκες κάθε γυναίκας.
Η ορμονική αγωγή δεν αυξάνει από μόνη της τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης και δεν αποτελεί κατάλληλη επιλογή για μια γυναίκα που προσπαθεί άμεσα να μείνει έγκυος, καθώς κατά τη διάρκειά της συνήθως καταστέλλεται η ωορρηξία.
Λαπαροσκοπική αντιμετώπιση
Η χειρουργική θεραπεία μπορεί να εξεταστεί όταν υπάρχουν έντονα ή επίμονα συμπτώματα, μεγάλες ενδομητριωσικές κύστεις, συμφύσεις, βαθιά ενδομητρίωση ή συμμετοχή οργάνων όπως το έντερο και η ουροδόχος κύστη. Μπορεί επίσης να προταθεί όταν η συντηρητική θεραπεία δεν έχει αποδώσει ή όταν τα ευρήματα επηρεάζουν τον σχεδιασμό της γονιμότητας.
Η επέμβαση πραγματοποιείται συνήθως λαπαροσκοπικά, μέσω μικρών τομών στην κοιλιακή χώρα. Κατά τη διάρκειά της μπορούν να αφαιρεθούν ή να καταστραφούν οι εστίες ενδομητρίωσης, να λυθούν συμφύσεις και να αντιμετωπιστούν οι ενδομητριωσικές κύστεις των ωοθηκών.
Όταν η επέμβαση αφορά τις ωοθήκες, απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός, καθώς η αφαίρεση ενός ενδομητριώματος μπορεί να επηρεάσει και υγιή ωοθηκικό ιστό. Για τον λόγο αυτό, πριν από το χειρουργείο είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη η ηλικία, η AMH, το μέγεθος και η θέση της κύστης, προηγούμενες επεμβάσεις και η επιθυμία για εγκυμοσύνη.
Αντιμετώπιση μετά τη λαπαροσκόπηση
Μετά το χειρουργείο μπορεί να προταθεί ορμονική αγωγή για τον έλεγχο των συμπτωμάτων και τον περιορισμό του κινδύνου υποτροπής, όταν η γυναίκα δεν επιθυμεί άμεσα εγκυμοσύνη.
Δεν είναι απαραίτητο όλες οι γυναίκες να ακολουθούν το ίδιο θεραπευτικό σχήμα ή να λαμβάνουν υποχρεωτικά ορμονοθεραπεία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όταν υπάρχει επιθυμία για εγκυμοσύνη, ο γυναικολόγος αξιολογεί εάν πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα προσπάθειες φυσικής σύλληψης ή αν είναι προτιμότερο να εξεταστεί κάποια μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η τακτική παρακολούθηση είναι σημαντική, καθώς η ενδομητρίωση μπορεί να επανεμφανιστεί ακόμη και μετά από χειρουργική ή φαρμακευτική αντιμετώπιση. Το θεραπευτικό πλάνο πρέπει επομένως να προσαρμόζεται στην πορεία της νόσου και στις μελλοντικές ανάγκες της γυναίκας.
Λαπαροσκοπική αφαίρεση ενδομητριωσικής κύστεως
Λαπαροσκοπική αφαίρεση τεράστιας ενδομητριωσικής κύστεως (ανω των 15cm)
Πώς επηρεάζει η ενδομητρίωση τη γονιμότητα;
Η ενδομητρίωση αποτελεί συχνή αιτία δυσκολίας στην επίτευξη εγκυμοσύνης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με τη συγκεκριμένη πάθηση θα αντιμετωπίσει υπογονιμότητα. Πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση επιτυγχάνουν φυσική σύλληψη, ενώ άλλες μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένη παρακολούθηση ή θεραπεία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η ενδομητρίωση μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα με διαφορετικούς τρόπους. Η χρόνια φλεγμονή στην περιοχή της πυέλου μπορεί να επηρεάσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται η ωορρηξία, η γονιμοποίηση και η αρχική ανάπτυξη του εμβρύου. Παράλληλα, οι συμφύσεις μπορεί να μεταβάλουν τη φυσιολογική ανατομία των ωοθηκών και των σαλπιγγών, δυσκολεύοντας τη μεταφορά του ωαρίου.
Οι ενδομητριωσικές κύστεις των ωοθηκών μπορεί επίσης να συνδέονται με μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία. Επιπλέον, επεμβάσεις για την αφαίρεσή τους, ιδιαίτερα όταν είναι επαναλαμβανόμενες ή αφορούν και τις δύο ωοθήκες, ενδέχεται να επηρεάσουν μέρος του υγιούς ωοθηκικού ιστού. Για τον λόγο αυτό, κάθε χειρουργική επέμβαση πρέπει να σχεδιάζεται προσεκτικά, λαμβάνοντας υπόψη τη γονιμότητα και τα μελλοντικά αναπαραγωγικά σχέδια της γυναίκας.
Ποιοι παράγοντες αξιολογούνται;
Η επίδραση της ενδομητρίωσης στη γονιμότητα δεν είναι ίδια σε όλες τις γυναίκες. Για την επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης αξιολογούνται:
- η ηλικία της γυναίκας,
- η διάρκεια των προσπαθειών για εγκυμοσύνη,
- η θέση και η έκταση της ενδομητρίωσης,
- η παρουσία ενδομητριωσικών κύστεων ή συμφύσεων,
- η κατάσταση και η διαβατότητα των σαλπιγγών,
- η ωοθηκική εφεδρεία,
- το ιστορικό προηγούμενων επεμβάσεων,
- η ποιότητα του σπέρματος του συντρόφου.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, ο γυναικολόγος μπορεί να εκτιμήσει αν είναι κατάλληλη η συνέχιση των προσπαθειών φυσικής σύλληψης ή αν πρέπει να εξεταστεί νωρίτερα κάποια μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Ενδομητρίωση και εξέταση AMH
Η εξέταση της αντιμυλλέριου ορμόνης, γνωστής ως AMH, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση της ωοθηκικής εφεδρείας. Παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των ωοθυλακίων που απομένουν στις ωοθήκες και με την πιθανή ανταπόκριση σε φαρμακευτική διέγερση στο πλαίσιο εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Ωστόσο, η AMH δεν αποτελεί από μόνη της δείκτη της πιθανότητας φυσικής σύλληψης και δεν αξιολογεί την ποιότητα των ωαρίων. Το αποτέλεσμα πρέπει να συνεκτιμάται με την ηλικία, το υπερηχογράφημα των ωοθηκών, το ιατρικό ιστορικό και τα υπόλοιπα στοιχεία του ελέγχου γονιμότητας.
Η μέτρηση της AMH είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχουν ενδομητριώματα, όταν σχεδιάζεται επέμβαση στις ωοθήκες ή όταν η γυναίκα επιθυμεί να μεταθέσει την εγκυμοσύνη για το μέλλον.
Φυσική σύλληψη ή υποβοηθούμενη αναπαραγωγή;
Σε γυναίκες νεότερης ηλικίας, με καλή ωοθηκική εφεδρεία, βατές σάλπιγγες και ήπια ενδομητρίωση, μπορεί να προταθεί ένα διάστημα προσπαθειών για φυσική σύλληψη. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί η σπερματέγχυση, συνήθως σε συνδυασμό με ελεγχόμενη διέγερση των ωοθηκών.
Η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να προταθεί όταν:
- δεν έχει επιτευχθεί φυσική σύλληψη,
- υπάρχει πιο προχωρημένη ενδομητρίωση,
- έχουν επηρεαστεί οι σάλπιγγες,
- η ωοθηκική εφεδρεία είναι μειωμένη,
- συνυπάρχει ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας,
- η ηλικία της γυναίκας δεν επιτρέπει μεγάλη αναμονή,
- έχουν αποτύχει προηγούμενες θεραπευτικές προσπάθειες.
Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αναμονής που να είναι κατάλληλο για κάθε ζευγάρι. Οι σύγχρονες οδηγίες περιλαμβάνουν ως πιθανές επιλογές την αναμονή, τη χειρουργική αντιμετώπιση, τη σπερματέγχυση και την εξωσωματική γονιμοποίηση, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε περιστατικού.
Η έγκαιρη και εξατομικευμένη αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε να αποφεύγονται θεραπείες ή χειρουργικές επεμβάσεις που μπορεί να καθυστερήσουν άσκοπα την προσπάθεια για εγκυμοσύνη.
Ενδομητρίωση και κατάψυξη ωαρίων
Η κατάψυξη ωαρίων μπορεί να αποτελέσει επιλογή διατήρησης της γονιμότητας για ορισμένες γυναίκες με ενδομητρίωση, ιδιαίτερα όταν η νόσος επηρεάζει τις ωοθήκες ή όταν δεν υπάρχει άμεσος σχεδιασμός εγκυμοσύνης.
Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στη διάγνωση της ενδομητρίωσης. Χρειάζεται να αξιολογούνται συνολικά η ηλικία, η ωοθηκική εφεδρεία, τα επίπεδα της AMH, ο αριθμός των ωοθυλακίων στο υπερηχογράφημα, η παρουσία ενδομητριωμάτων και το ιστορικό προηγούμενων επεμβάσεων.
Η διατήρηση της γονιμότητας μπορεί να συζητηθεί ιδιαίτερα όταν:
- υπάρχουν ενδομητριωσικές κύστεις και στις δύο ωοθήκες,
- έχει ήδη πραγματοποιηθεί επέμβαση στις ωοθήκες,
- σχεδιάζεται νέο χειρουργείο για ενδομητρίωμα,
- η ωοθηκική εφεδρεία είναι μειωμένη,
- η γυναίκα επιθυμεί να μεταθέσει την εγκυμοσύνη για το μέλλον.
Η διαδικασία περιλαμβάνει ορμονική διέγερση των ωοθηκών, ωοληψία και κρυοσυντήρηση των ώριμων ωαρίων. Τα ωάρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν αργότερα στο πλαίσιο εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Η κατάψυξη ωαρίων δεν εγγυάται την επίτευξη εγκυμοσύνης, αλλά μπορεί να προσφέρει μια επιπλέον δυνατότητα σε γυναίκες των οποίων η γονιμότητα ενδέχεται να επηρεαστεί από την πορεία της ενδομητρίωσης ή από μελλοντικές επεμβάσεις στις ωοθήκες.
Για τον λόγο αυτό, η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται έπειτα από εξατομικευμένη συμβουλευτική με γυναικολόγο αναπαραγωγής και όχι μόνο με βάση μία τιμή AMH. Όσο νωρίτερα γίνεται η αξιολόγηση, τόσο περισσότερες θεραπευτικές επιλογές μπορούν να εξεταστούν.
Πότε πρέπει να απευθυνθείτε σε γυναικολόγο;
Ο έντονος πόνος κατά την περίοδο δεν πρέπει να θεωρείται πάντα φυσιολογικός, ιδιαίτερα όταν επηρεάζει την εργασία, τον ύπνο, τη σεξουαλική ζωή ή τις καθημερινές δραστηριότητες. Η έγκαιρη αξιολόγηση μπορεί να συμβάλει στη διάγνωση της ενδομητρίωσης και στην επιλογή της κατάλληλης αντιμετώπισης.
Συνιστάται να απευθυνθείτε σε γυναικολόγο όταν παρουσιάζετε:
- έντονο ή προοδευτικά αυξανόμενο πόνο κατά την περίοδο,
- χρόνιο πόνο χαμηλά στην κοιλιά ή στη λεκάνη,
- πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή,
- πόνο κατά την ούρηση ή την κένωση, ιδιαίτερα τις ημέρες της περιόδου,
- έντονη ή παρατεταμένη αιμορραγία,
- επίμονο φούσκωμα ή ενοχλήσεις από το έντερο,
- ενδομητριωσική κύστη σε υπερηχογράφημα,
- δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης.
Η ανάγκη για έλεγχο είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ενδομητρίωσης, προηγούμενη επέμβαση στις ωοθήκες ή γνωστή μείωση της ωοθηκικής εφεδρείας.
Η διάγνωση της ενδομητρίωσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση ή εξωσωματική γονιμοποίηση. Η κατάλληλη θεραπεία καθορίζεται εξατομικευμένα, ανάλογα με τα συμπτώματα, τα ευρήματα, την ηλικία και τα αναπαραγωγικά σχέδια κάθε γυναίκας.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της ενδομητρίωσης, μπορείτε να προγραμματίσετε ραντεβού με τον Δρ. Παναγιώτη Καλιαντζή στα ιατρεία της Αθήνας και της Τρίπολης ή μέσω διαδικτυακής συνεδρίας.
Συχνές ερωτήσεις για την ενδομητρίωση
Τι είναι η ενδομητρίωση;
Η ενδομητρίωση είναι μια χρόνια γυναικολογική πάθηση, κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται έξω από τη μήτρα. Οι εστίες μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή, πόνο, συμφύσεις και ενδομητριωσικές κύστεις στις ωοθήκες.
Ποια είναι τα συχνότερα συμπτώματα της ενδομητρίωσης;
Τα συχνότερα συμπτώματα είναι ο έντονος πόνος κατά την περίοδο, ο χρόνιος πυελικός πόνος, ο πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή, οι ενοχλήσεις κατά την ούρηση ή την κένωση και η δυσκολία στην επίτευξη εγκυμοσύνης.
Φαίνεται πάντα η ενδομητρίωση στο υπερηχογράφημα;
Όχι. Το διακολπικό υπερηχογράφημα μπορεί να εντοπίσει ενδομητριωσικές κύστεις και ορισμένες μορφές βαθιάς ενδομητρίωσης, αλλά δεν απεικονίζει πάντοτε μικρές ή επιφανειακές εστίες. Για τον λόγο αυτό, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει απαραίτητα την παρουσία της νόσου.
Είναι απαραίτητη η λαπαροσκόπηση για τη διάγνωση;
Η λαπαροσκόπηση δεν είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση. Η διάγνωση μπορεί να βασιστεί στο ιστορικό, στα συμπτώματα, στη γυναικολογική εξέταση και στις απεικονιστικές εξετάσεις. Η λαπαροσκόπηση εξετάζεται όταν τα συμπτώματα επιμένουν, τα ευρήματα δεν είναι ξεκάθαρα ή υπάρχει ένδειξη χειρουργικής αντιμετώπισης.
Μπορεί η ενδομητρίωση να θεραπευτεί οριστικά;
Οι διαθέσιμες θεραπείες μπορούν να περιορίσουν τον πόνο, να ελέγξουν τα συμπτώματα και να αντιμετωπίσουν τις εστίες ή τις κύστεις. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για χρόνια πάθηση, υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης των συμπτωμάτων ακόμη και μετά από φαρμακευτική ή χειρουργική θεραπεία.
Μπορεί μια γυναίκα με ενδομητρίωση να μείνει έγκυος φυσιολογικά;
Ναι. Πολλές γυναίκες με ενδομητρίωση επιτυγχάνουν φυσική εγκυμοσύνη. Οι πιθανότητες επηρεάζονται από την ηλικία, την έκταση της νόσου, την κατάσταση των σαλπιγγών, την ωοθηκική εφεδρεία και την παρουσία άλλων παραγόντων υπογονιμότητας.
Πότε χρειάζεται εξωσωματική γονιμοποίηση;
Η εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί να εξεταστεί όταν δεν επιτυγχάνεται φυσική σύλληψη, όταν οι σάλπιγγες έχουν επηρεαστεί, όταν η ωοθηκική εφεδρεία είναι μειωμένη, όταν συνυπάρχει ανδρικός παράγοντας ή όταν η ηλικία της γυναίκας δεν επιτρέπει μεγάλη αναμονή.
Η ενδομητρίωση μειώνει την AMH;
Η ενδομητρίωση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδομητριώματα στις ωοθήκες, μπορεί να συνδέεται με μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία. Η AMH βοηθά στην εκτίμησή της, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να προβλέψει την πιθανότητα φυσικής εγκυμοσύνης ή την ποιότητα των ωαρίων.
Πότε πρέπει να εξεταστεί η κατάψυξη ωαρίων;
Η κατάψυξη ωαρίων μπορεί να συζητηθεί όταν υπάρχουν ενδομητριώματα και στις δύο ωοθήκες, μειωμένη ωοθηκική εφεδρεία, προηγούμενες επεμβάσεις ή προγραμματισμός νέου χειρουργείου. Η απόφαση λαμβάνεται εξατομικευμένα, με βάση την ηλικία και τα αναπαραγωγικά σχέδια της γυναίκας.

